ἕκαστος

ἕκαστος
ἕκαστος, η, ον каждый, всякий

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ἕκαστος" в других словарях:

  • ἕκαστος — each masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκαστος — η, ο (AM ἕκαστος, η, ον) (επιμεριστική αντων.) (σε αντίθεση με το σύνολο) 1. ο κάθε ένας χωριστά, ένας ένας 2. φρ. α) στον πληθ. έκαστοι όλοι και ένας ένας χωριστά β) «καθ εκάστην» (ενν. ημέρα) καθημερινά γ) «τα καθ έκαστο» ή «τα καθ έκαστα» οι… …   Dictionary of Greek

  • Ὅ γὰρ βούλεται, τοῦθ’ ἔκαστος καὶ οἴεται. — ὅ γὰρ βούλεται, τοῦθ’ ἔκαστος καὶ οἴεται. См. Верим охотно тому, чего желаем …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἑκαστοτέρω — ἕκαστος each masc/neut nom/voc/acc comp dual ἕκαστος each masc/neut gen comp sg (doric aeolic) ἑκάς afar comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάστω — ἕκαστος each masc/neut nom/voc/acc dual ἕκαστος each masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάστων — ἕκαστος each fem gen pl ἕκαστος each masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάστως — ἕκαστος each adverbial ἕκαστος each masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕκαστον — ἕκαστος each masc acc sg ἕκαστος each neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάσταις — ἕκαστος each fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάσταισι — ἕκαστος each fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑκάστη — ἕκαστος each fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»